ακράτητος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ακράτητος ακράτητη ακράτητο
γενική ακράτητου ακράτητης ακράτητου
αιτιατική ακράτητο ακράτητη ακράτητο
κλητική ακράτητε ακράτητη ακράτητο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακράτητοι ακράτητες ακράτητα
γενική ακράτητων ακράτητων ακράτητων
αιτιατική ακράτητους ακράτητες ακράτητα
κλητική ακράτητοι ακράτητες ακράτητα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακράτητος < αρχαία ελληνική ἀκράτητος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ακράτητος

  1. ο αχαλιναγώγητος, ο ασυγκράτητος, που δεν μπορεί να κρατηθεί, άνθρωπος ή ορμή, τάση ή και ανάγκη
    • ακράτητα γέλια, ακράτητη λαχτάρα
    • έχω μια ακράτητη ανάγκη να πάω στην τουαλέτα, με συγχωρείτε
    • ΄Ορμησε ακράτητος στα αποδυτήρια, αλλά με το πού κατάφερε να ...
  2. που δεν έχει κρατηθεί, δεν τον έχουν παραγγείλει, δεν τον έχουν "κλείσει", δεν έχει γίνει γι' αυτόν καμία κράτηση
    • Έχουμε ακόμα μερικές ακράτητες θέσεις, αλλά βιαστείτε


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]