ακρατής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ακρατής ακρατής ακρατές
γενική ακρατούς ακρατούς ακρατούς
αιτιατική ακρατή ακρατή ακρατές
κλητική ακρατή(ς) ακρατής ακρατές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακρατείς ακρατείς ακρατή
γενική ακρατών ακρατών ακρατών
αιτιατική ακρατείς ακρατείς ακρατή
κλητική ακρατείς ακρατείς ακρατή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. ακρατής < αρχαία ελληνική ἀκρατής < ἀ- + κρατέω
  2. ακρατής < ακράτεια (ίδια ρίζα, όμως ιατρικός όρος) + -ής, -ής, -ές

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ακρατής, -ής, -ές

  1. που δεν είναι συγκρατημένος, δεν συγκρατιέται
  2. ακόλαστος, άσωτος, έκλυτος
  3. αδύναμος, που δεν υπερισχύει
  4. (ετυμολογία 2) που έχει ακράτεια

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

έχει παρατηρηθεί ότι ο ακρατής αυτοπαρουσιάζεται ως αυθόρμητος, δίνοντας έμφαση στην θετική πτυχή της έννοιας

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]