ακριβαίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακριβαίνω < ακριβός

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ακριβαίνω

  1. (μεταβατικό) κάνω κάτι πιο ακριβό, του ανεβάζω την τιμή
    τα ακρίβυναν πάλι τα ψάρια
  2. (αμετάβατο) (στο γ' πρόσωπο, για αντικείμενα) γίνομαι πιο ακριβός
    κάθε μέρα ακριβαίνει το ψάρι /

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]