ακριβοθώρητος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.kɾi.voˈθo.ɾi.tos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐κρι‐βο‐θώ‐ρη‐τος
Επίθετο
[επεξεργασία]ακριβοθώρητος, -η, -ο
- που τον βλέπουμε σε αραιά χρονικά διαστήματα
- ※ Δεν υπάρχει τίποτα, κύριε Αροννάξ, κι αν υπήρχε κάποιο ζώο, τι πιθανότητες θα είχαμε να το εντοπίσουμε; Μήπως δεν τρέχουμε στην τύχη; Ξανάδαν, λέει, το ακριβοθώρητο ζώο στα πελάγη του Ειρηνικού· έχω όλη την καλή διάθεση να το παραδεχτώ, μα από κείνη τη συνάντηση πέρασαν κιόλας δύο μήνες, κι αν λάβει κανείς υπόψη την ιδιοσυγκρασία της αρκτοφάλαινας, δεν της πολυαρέσει να μουχλιάζει για πολύ καιρό στα ίδια μέρη. Είναι προικισμένη με καταπληκτική κινητικότητα.
- Verne, Jules, 20.000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα, αρχική δημοσίευση: (1870), μετάφραση: Ελένη Ρώτη-Βουτσάκη, εκδόσεις: Πατάκη, Αθήνα 2015, ISBN 9789601659947, @google.gr/books
- ※ Αυτή η ενασχόληση με τα κοινά τον έκανε πιο ακριβοθώρητο για την οικογένειά του. Η Έτη αδυνατώντας να παραμείνει μόνη στο σπίτι, απέκτησε δύο αδυναμίες: τα γλυκίσματα και τη χαρτοπαιξία.
- Χατζητάτσης Τάσος, Σα σπασμένα φτερά, εκδόσεις: Πόλις, αρχική έκδοση: 2003, ISBN 9789608132900, @google.gr/books
- ※ Δεν υπάρχει τίποτα, κύριε Αροννάξ, κι αν υπήρχε κάποιο ζώο, τι πιθανότητες θα είχαμε να το εντοπίσουμε; Μήπως δεν τρέχουμε στην τύχη; Ξανάδαν, λέει, το ακριβοθώρητο ζώο στα πελάγη του Ειρηνικού· έχω όλη την καλή διάθεση να το παραδεχτώ, μα από κείνη τη συνάντηση πέρασαν κιόλας δύο μήνες, κι αν λάβει κανείς υπόψη την ιδιοσυγκρασία της αρκτοφάλαινας, δεν της πολυαρέσει να μουχλιάζει για πολύ καιρό στα ίδια μέρη. Είναι προικισμένη με καταπληκτική κινητικότητα.
- (συνήθως ειρωνικό, κυρίως για πρόσωπο) αυτός που σπάνια ή δύσκολα μπορεί κανείς να τον δει
- ※ Η φευγαλέα συνάντηση μαζί του με ενέπνευσε. Μου επιβεβαίωσε πως όσοι με την τέχνη τους μας αλλάζουν τη ζωή δεν κατοικούν σε κάποιο μακρινό πλανήτη, δεν είναι αναγκαστικά ακριβοθώρητοι, απόμακροι, ακατάδεκτοι. Κυκλοφορούν ενίοτε ανάμεσά μας. Αυτό δίνει μεγάλη δύναμη. Σε εμάς. Και σε εκείνους.
- ⌘ Χρήστος Χωμενίδης, Ξέρει η πάπια πού είναι η λίμνη, αρχική δημοσίευση: (2024), εκδόσεις: Πατάκη, ISBN 9786180709056, @google.gr/books
- ≈ συνώνυμα: δυσπρόσιτος, δυσκολοπλησίαστος
- ※ Η φευγαλέα συνάντηση μαζί του με ενέπνευσε. Μου επιβεβαίωσε πως όσοι με την τέχνη τους μας αλλάζουν τη ζωή δεν κατοικούν σε κάποιο μακρινό πλανήτη, δεν είναι αναγκαστικά ακριβοθώρητοι, απόμακροι, ακατάδεκτοι. Κυκλοφορούν ενίοτε ανάμεσά μας. Αυτό δίνει μεγάλη δύναμη. Σε εμάς. Και σε εκείνους.
- (σπάνιο, κατ’ επέκταση, λογοτεχνικό) αψεγάδιαστος, εξαίρετος, πολύτιμος
- ※ 19ος/20ος αιώνας, ⌘ Κωστής Παλαμάς. Η ασάλευτη ζωή, Ύμνος των αντρείων, στίχ. 96 (95-97) @greek-language.gr
- φύτρωσαν άντρες πολεμόχαροι
σαν τα διαμάντια ακριβοθώρητοι
που η γη τριγύρω τους γεννά.
- φύτρωσαν άντρες πολεμόχαροι
- ※ Πάνω στο άσπρο σε συνδυασμό με σάπιο μήλο μωσαϊκό της εισόδου μπορείς να παίξεις κάλλιστα κουτσό, σκέφτηκε. Τι κρίμα! Τόσος χώρος να πάει χαμένος, αφού είναι μόνο για να πατιέται από ακριβοθώρητα γοβάκια και μοκασίνια σύγχρονων πασάδων.
- Μαίρη Μαγουλά, Κύματα του Βοσπόρου, αρχική δημοσίευση: (2015), εκδόσεις: Μεταίχμιο, ISBN 9786180303155, @google.gr/books
- ※ 19ος/20ος αιώνας, ⌘ Κωστής Παλαμάς. Η ασάλευτη ζωή, Ύμνος των αντρείων, στίχ. 96 (95-97) @greek-language.gr
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ακριβοθώρητος
|
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ακριβοθώρητος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- ακριβοθώρητος - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- ακριβοθώρητος - Δημήτριος Γεωργακάς. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -τος (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα ακριβο- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από μεταφράσεις (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ειρωνικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Λογοτεχνικό ύφος (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα ποίησης (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)