Μετάβαση στο περιεχόμενο

ακριβοθώρητος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ακριβοθώρητος η ακριβοθώρητη το ακριβοθώρητο
      γενική του ακριβοθώρητου της ακριβοθώρητης του ακριβοθώρητου
    αιτιατική τον ακριβοθώρητο την ακριβοθώρητη το ακριβοθώρητο
     κλητική ακριβοθώρητε ακριβοθώρητη ακριβοθώρητο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ακριβοθώρητοι οι ακριβοθώρητες τα ακριβοθώρητα
      γενική των ακριβοθώρητων των ακριβοθώρητων των ακριβοθώρητων
    αιτιατική τους ακριβοθώρητους τις ακριβοθώρητες τα ακριβοθώρητα
     κλητική ακριβοθώρητοι ακριβοθώρητες ακριβοθώρητα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ακριβοθώρητος < (ακριβοθωρώ) ακριβοθωρη- + -τος[1]. Μορφολογικά αναλύεται σε ακριβο- + θωρη- + -τος.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.kɾi.voˈθo.ɾi.tos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ακριβοθώρητος

Επίθετο

[επεξεργασία]

ακριβοθώρητος, -η, -ο

  1. που τον βλέπουμε σε αραιά χρονικά διαστήματα
      Δεν υπάρχει τίποτα, κύριε Αροννάξ, κι αν υπήρχε κάποιο ζώο, τι πιθανότητες θα είχαμε να το εντοπίσουμε; Μήπως δεν τρέχουμε στην τύχη; Ξανάδαν, λέει, το ακριβοθώρητο ζώο στα πελάγη του Ειρηνικού· έχω όλη την καλή διάθεση να το παραδεχτώ, μα από κείνη τη συνάντηση πέρασαν κιόλας δύο μήνες, κι αν λάβει κανείς υπόψη την ιδιοσυγκρασία της αρκτοφάλαινας, δεν της πολυαρέσει να μουχλιάζει για πολύ καιρό στα ίδια μέρη. Είναι προικισμένη με καταπληκτική κινητικότητα.
    Verne, Jules, 20.000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα, αρχική δημοσίευση: (1870), μετάφραση: Ελένη Ρώτη-Βουτσάκη, εκδόσεις: Πατάκη, Αθήνα 2015, ISBN 9789601659947, @google.gr/books
      Αυτή η ενασχόληση με τα κοινά τον έκανε πιο ακριβοθώρητο για την οικογένειά του. Η Έτη αδυνατώντας να παραμείνει μόνη στο σπίτι, απέκτησε δύο αδυναμίες: τα γλυκίσματα και τη χαρτοπαιξία.
    Χατζητάτσης Τάσος, Σα σπασμένα φτερά, εκδόσεις: Πόλις, αρχική έκδοση: 2003, ISBN 9789608132900, @google.gr/books
  2. (συνήθως ειρωνικό, κυρίως για πρόσωπο) αυτός που σπάνια ή δύσκολα μπορεί κανείς να τον δει
      Η φευγαλέα συνάντηση μαζί του με ενέπνευσε. Μου επιβεβαίωσε πως όσοι με την τέχνη τους μας αλλάζουν τη ζωή δεν κατοικούν σε κάποιο μακρινό πλανήτη, δεν είναι αναγκαστικά ακριβοθώρητοι, απόμακροι, ακατάδεκτοι. Κυκλοφορούν ενίοτε ανάμεσά μας. Αυτό δίνει μεγάλη δύναμη. Σε εμάς. Και σε εκείνους.
    Χρήστος Χωμενίδης, Ξέρει η πάπια πού είναι η λίμνη, αρχική δημοσίευση: (2024), εκδόσεις: Πατάκη, ISBN 9786180709056, @google.gr/books
     συνώνυμα: δυσπρόσιτος, δυσκολοπλησίαστος
  3. (σπάνιο, κατ’ επέκταση, λογοτεχνικό) αψεγάδιαστος, εξαίρετος, πολύτιμος
      19ος/20ος αιώνας, Κωστής Παλαμάς. Η ασάλευτη ζωή, Ύμνος των αντρείων, στίχ. 96 (95-97) @greek-language.gr
    φύτρωσαν άντρες πολεμόχαροι
    σαν τα διαμάντια ακριβοθώρητοι
    που η γη τριγύρω τους γεννά.
      Πάνω στο άσπρο σε συνδυασμό με σάπιο μήλο μωσαϊκό της εισόδου μπορείς να παίξεις κάλλιστα κουτσό, σκέφτηκε. Τι κρίμα! Τόσος χώρος να πάει χαμένος, αφού είναι μόνο για να πατιέται από ακριβοθώρητα γοβάκια και μοκασίνια σύγχρονων πασάδων.
    Μαίρη Μαγουλά, Κύματα του Βοσπόρου, αρχική δημοσίευση: (2015), εκδόσεις: Μεταίχμιο, ISBN 9786180303155, @google.gr/books

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]