ακριβοπληρωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ακριβοπληρωμένος ακριβοπληρωμένη ακριβοπληρωμένο
γενική ακριβοπληρωμένου ακριβοπληρωμένης ακριβοπληρωμένου
αιτιατική ακριβοπληρωμένο ακριβοπληρωμένη ακριβοπληρωμένο
κλητική ακριβοπληρωμένε ακριβοπληρωμένη ακριβοπληρωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακριβοπληρωμένοι ακριβοπληρωμένες ακριβοπληρωμένα
γενική ακριβοπληρωμένων ακριβοπληρωμένων ακριβοπληρωμένων
αιτιατική ακριβοπληρωμένους ακριβοπληρωμένες ακριβοπληρωμένα
κλητική ακριβοπληρωμένοι ακριβοπληρωμένες ακριβοπληρωμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακριβοπληρωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ακριβοπληρώνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ακριβοπληρωμένος, -η, -ο

  1. που πληρώνεται ακριβά για κάποια δουλειά
  2. που είχε υψηλή τιμή όταν αποκτήθηκε, που στοίχισε πολλά

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]