ακριβοπουλημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ακριβοπουλημένος ακριβοπουλημένη ακριβοπουλημένο
γενική ακριβοπουλημένου ακριβοπουλημένης ακριβοπουλημένου
αιτιατική ακριβοπουλημένο ακριβοπουλημένη ακριβοπουλημένο
κλητική ακριβοπουλημένε ακριβοπουλημένη ακριβοπουλημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακριβοπουλημένοι ακριβοπουλημένες ακριβοπουλημένα
γενική ακριβοπουλημένων ακριβοπουλημένων ακριβοπουλημένων
αιτιατική ακριβοπουλημένους ακριβοπουλημένες ακριβοπουλημένα
κλητική ακριβοπουλημένοι ακριβοπουλημένες ακριβοπουλημένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακριβοπουλημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ακριβοπουλώ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ακριβοπουλημένος, -η, -ο

δείτε τη λέξη: ακριβοπουλώ

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]