ακριβοπουλημένου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος μετοχής
[επεξεργασία]ακριβοπουλημένου
- γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακριβοπουλημένος
- γενική ενικού, ουδέτερου γένους του ακριβοπουλημένος
ακριβοπουλημένου