ακροάζομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἀκροάζομαι

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακροάζομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκροάζομαι < μεταπλασμένος τύπος του ἀκροάομαι / ἀκροῶμαι [1]
για τον ιατρικό όρο < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική ausculter [2]
γιατρός που ακροάζεται ασθενή

Ρήμα[επεξεργασία]

ακροάζομαι, αόρ.: ακροάστηκα (αποθετικό ρήμα)

  1. ακούω πάρα πολύ προσεκτικά κάτι
  2. (ειδικότερα, ιατρική) εξετάζω ασθενή ακούγοντας τους ήχους που δημιουργούνται στο θώρακα ή την κοιλιακή χώρα με ή χωρίς ειδικό ακουστικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
  2. «ακροάζομαι» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.