ακροατής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ακροατής ακροατές
γενική ακροατή ακροατών
αιτιατική ακροατή ακροατές
κλητική ακροατή ακροατές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακροατής < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακροατής αρσενικό

  1. αυτός που ακούει
  2. (ειδικότερα) αυτός που ακούει το ραδιόφωνο

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]