ακροβολισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ακροβολισμός ακροβολισμοί
γενική ακροβολισμού ακροβολισμών
αιτιατική ακροβολισμό ακροβολισμούς
κλητική ακροβολισμέ ακροβολισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακροβολισμός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακροβολισμός αρσενικό

  1. η τοποθέτηση στρατιωτών σε σκόρπιες τυχαίες θέσεις
  2. οι δοκιμαστικές βολές που ανταλλάσσονται από μακριά μεταξύ αντιπάλων παρατάξεων πριν την κύρια μάχη


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]