ακροδέκτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακροδέκτης < άκρο + δέκτης

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακροδέκτης αρσενικό

  1. εξάρτημα ή η άκρη καλωδίου ηλεκτρικού κυκλώματος που προορίζεται για να συνδεθεί με άλλη, αντίστοιχη, άκρη ή εξάρτημα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]