ακρομεγαλία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ακρομεγαλία ακρομεγαλίες
γενική ακρομεγαλίας ακρομεγαλιών
αιτιατική ακρομεγαλία ακρομεγαλίες
κλητική ακρομεγαλία ακρομεγαλίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακρομεγαλία < γαλλική acromégalie

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακρομεγαλία θηλυκό

  1. (ιατρική): παθολογική χρόνια νόσος υπερτροφίας (διόγκωση) των άκρων· Σπάνια ορμονική διαταραχή που οφείλεται στην υπερέκκριση αυξητικής ορμόνης (GHRH) από τον αδένα της υπόφυσης και παρατηρείται συνήθως σε ενήλικες μέσης ηλικίας.

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

  • GΗRH στην αγγλόφωνη Βικιπαίδεια


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]