ακροπύργιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ακροπύργιο τα ακροπύργια
      γενική του ακροπυργίου των ακροπυργίων
    αιτιατική το ακροπύργιο τα ακροπύργια
     κλητική ακροπύργιο ακροπύργια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακροπύργιο < ἀκροπύργιον < μεσαιωνική ελληνική ἀκροπύργωμα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακροπύργιο ουδέτερο

  1. ο υψηλότερος πυργίσκος σε φρούριο
  2. μεταφορικά το ασφαλέστερο δυνατόν σημείο
  3. το μετερίζι, ο τελευταίος σύμμαχος, η τελευταία άμυνα


Μεταφράσεις[επεξεργασία]