ακρορρίζιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ακρορρίζιο ακρορρίζια
γενική ακρορριζίου ακρορριζίων
αιτιατική ακρορρίζιο ακρορρίζια
κλητική ακρορρίζιο ακρορρίζια
Στη δημοτική, και γενική: του ακρορρίζιου, των ακρορρίζιων.

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακρορρίζιο < καθαρεύουσα ἀκρορρίζιον με αποβολή του -ν. Μορφολογικά ακρο- (< άκρο) + ρίζα + -ιο

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.kɾɔˈɾi.zi.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακρορρίζιο ουδέτερο

  1. (οδοντιατρική) το ακρότατο μέρος της ρίζας του δοντιού[1]
  2. (βοτανική) Το ακραίο τμήμα της ρίζας, που αποτελείται από την καλύπτρα και τη μεριστωματική ζώνη.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964). Μέγα λεξικόν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Αθήνα: Ελληνική Παιδεία.