ακροφοβία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ακροφοβία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική acrophobie ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική acrophobia < αρχαία ελληνική ἄκρος + φόβος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ακροφοβία θηλυκό
- (ψυχιατρική, ιατρική) η υψοφοβία
- ※ Με βάση ένα μυθιστόρημα των Πιερ Μπουαλό και Τομό Ναρσάζεκ, ο Δεσμώτης του ιλίγγου αφηγείται την ιστορία ενός πρώην αστυνομικού του Σαν Φρανσίσκο (Τζέιμς Στιούαρτ) με φόβο για τα ύψη (πάσχει από ακροφοβία εξαιτίας ενός ατυχήματος κατά την εκτέλεση του καθήκοντος) που αναλαμβάνει για λογαριασμό ενός παλιού συμμαθητή του την παρακολούθηση της γυναίκας του Μάντλεν (Κιμ Νόβακ), που έχει επικίνδυνες τάσεις αυτοκτονίας. (Κινηματογραφική Ομάδα Πανεπιστημίου Ιωαννίνων)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ακροφοβία
Πηγές
[επεξεργασία]- ακροφοβία - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ακροφοβία - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- ακροφοβία - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ψυχιατρική (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)