ακρούλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ακρούλα οι ακρούλες
      γενική της ακρούλας
    αιτιατική την ακρούλα τις ακρούλες
     κλητική ακρούλα ακρούλες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακρούλα < άκρη + υποκοριστικό επίθημα -ούλα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακρούλα θηλυκό

  1. υποκοριστικό του: άκρη

Ταυτόσημο[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

για γλώσσες που δεν διαχωρίζουν το υποκοριστικό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε άκρη