ακρυλικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ακρυλικός ακρυλική ακρυλικό
γενική ακρυλικού ακρυλικής ακρυλικού
αιτιατική ακρυλικό ακρυλική ακρυλικό
κλητική ακρυλικέ ακρυλική ακρυλικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακρυλικοί ακρυλικές ακρυλικά
γενική ακρυλικών ακρυλικών ακρυλικών
αιτιατική ακρυλικούς ακρυλικές ακρυλικά
κλητική ακρυλικοί ακρυλικές ακρυλικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακρυλικός < γαλλική acrylique ή αγγλική acrylic < acrolein (=ακρολεΐνη < λατινικά acer + olo) + -yl- (<ὕλη)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ακρυλικός, -ή, -ό

  1. (χημεία) που έχει σχέση ή προέρχεται από το ακρυλικό οξύ, χημική οργανική ένωση ακόρεστων οξέων
    ακρυλική ίνα: ίνα συνθετικού υφάσματος
    ακρυλική ρητίνη
    Τα ακρυλικά υλικά για ζωγραφική είναι από καιρό γνωστά· είναι απίστευτα δυνατό και σταθερό υλικό, μπορεί να δημιουργήσει ένα μεγάλο αριθμό χρωματικών αποχρώσεων και είναι επίσης εύκολο στη χρήση

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]