ακρόπρωρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ακρόπρωρο ακρόπρωρα
γενική ακρόπρωρου ακρόπρωρων
αιτιατική ακρόπρωρο ακρόπρωρα
κλητική ακρόπρωρο ακρόπρωρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακρόπρωρο < άκρο + πρώρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακρόπρωρο ουδέτερο

  1. (ναυτικός όρος), (ναυπηγικός όρος): ξύλινο σκαλιστό κόσμημα που έφεραν άλλοτε τα ιστιοφόρα στην πλώρη τους

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]