ακρότατο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακρότατο < μεταφραστικό δάνειο από την λατινική extremum (ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ακρότατος < υπερθετικός βαθμός του ακραίος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακρότατο

  1. (μαθηματικά) η μεγαλύτερη ή η μικρότερη τιμή που μπορεί να πάρει μία συνάρτηση

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

ακρότατο