ακρότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ακρότητα ακρότητες
γενική ακρότητας ακροτήτων
αιτιατική ακρότητα ακρότητες
κλητική ακρότητα ακρότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακρότητα < ἀκρότης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακρότητα θηλυκό

  • το αποτέλεσμα της ακραίας συμπεριφοράς, εκείνο που ξεπερνά το αποδεκτό όριο ακόμα και στην παρεκκλίνουσα συμπεριφορά


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]