ακρότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ακρότητα οι ακρότητες
      γενική της ακρότητας των ακροτήτων
    αιτιατική την ακρότητα τις ακρότητες
     κλητική ακρότητα ακρότητες
όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακρότητα < ἀκρότης

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακρότητα θηλυκό

  • το αποτέλεσμα της ακραίας συμπεριφοράς, εκείνο που ξεπερνά το αποδεκτό όριο ακόμα και στην παρεκκλίνουσα συμπεριφορά


Μεταφράσεις[επεξεργασία]