ακταιωρός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ακταιωρός ακταιωροί
γενική ακταιωρού ακταιωρών
αιτιατική ακταιωρό ακταιωρούς
κλητική ακταιωρέ
ακταιωρό*
ακταιωροί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακταιωρός < αρχαία ελληνική ἀκτωρίς ναῦς, μεσαιωνική ελληνική ἀκταίωρος, ελληνιστική κοινή ἀκτωρός (φρουρός ακτών), ἀκρωρόν πλοίον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακταιωρός θηλυκό

  1. (ναυτικός όρος): σκάφος του λιμενικού σώματος ή του πολεμικού ναυτικού που περιπολώντας επιβλέπει και φυλάσσει τις ακτές


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]