ακταιωρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἀκταίωρος, ἀκτωρός

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ακταιωρός οι ακταιωροί
      γενική της ακταιωρού των ακταιωρών
    αιτιατική την ακταιωρό τις ακταιωρούς
     κλητική ακταιωρέ ακταιωροί
Κατηγορία όπως «οδός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακταιωρός < αρχαία ελληνική ἀκταία[1](θηλυκό του ἀκταῖος < ἀκτή) + -ωρός (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική garde-côte[2])

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.kte.oˈɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐κται‐ω‐ρός
Zb kuhwerder deck.jpg

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακταιωρός θηλυκό

  1. (ναυτικός όρος) σκάφος του λιμενικού σώματος ή του πολεμικού ναυτικού που περιπολώντας επιβλέπει και φυλάσσει τις ακτές
  2. (σπάνιο, επάγγελμα) φύλακας των ακτών
     συνώνυμα: ακτοφύλακας, ακτοφρουρός

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. «ακταιωρός» -  Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό Λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. «ακταιωρός» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.