ακτημοσύνη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ακτημοσύνη
γενική ακτημοσύνης
αιτιατική ακτημοσύνη
κλητική ακτημοσύνη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακτημοσύνη < ἀκτημοσύνη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακτημοσύνη θηλυκό

  • η κατάσταση κάποιου, ο οποίος δεν έχει κανένα κτήμα, καμία ακίνητη περιουσία.
  1. η φτώχεια
  2. η έλλειψη ακίνητης περιουσίας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]