ακτιβιστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ακτιβιστικός ακτιβιστική ακτιβιστικό
γενική ακτιβιστικού ακτιβιστικής ακτιβιστικού
αιτιατική ακτιβιστικό ακτιβιστική ακτιβιστικό
κλητική ακτιβιστικέ ακτιβιστική ακτιβιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακτιβιστικοί ακτιβιστικές ακτιβιστικά
γενική ακτιβιστικών ακτιβιστικών ακτιβιστικών
αιτιατική ακτιβιστικούς ακτιβιστικές ακτιβιστικά
κλητική ακτιβιστικοί ακτιβιστικές ακτιβιστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακτιβιστικός < ακτιβιστής + -ικός < γαλλική activiste

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ακτιβιστικός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]