ακτινίδιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ακτινίδιο ακτινίδια
γενική ακτινιδίου
& ακτινίδιου
ακτινιδίων
& ακτινίδιων
αιτιατική ακτινίδιο ακτινίδια
κλητική ακτινίδιο ακτινίδια
Ακτινίδια σε φέτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακτινίδιο < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική actinidium < αρχαία ελληνική ἀκτίς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακτινίδιο ουδέτερο

  • γένος φυτών και ο καρπός του, της οικογένειας ακτινιδιίδες, που προέρχεται από την Ασία
    Σύμφωνα με τους ερευνητές του Πανεπιστημίου Massey, στη Νέα Ζηλανδία, το ακτινίδιο είναι πλούσιο σε ακτινιδίνη: ένα ένζυμο το οποίο φάνηκε να διασπά πρωτεϊνούχες τροφές όπως π.χ. το κόκκινο κρέας, τα γαλακτοκομικά και το ψάρι ταχύτερα σε σχέση με τα πεπτικά ένζυμα. (*)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]