ακτινοθεραπευτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ακτινοθεραπευτικός ακτινοθεραπευτική ακτινοθεραπευτικό
γενική ακτινοθεραπευτικού ακτινοθεραπευτικής ακτινοθεραπευτικού
αιτιατική ακτινοθεραπευτικό ακτινοθεραπευτική ακτινοθεραπευτικό
κλητική ακτινοθεραπευτικέ ακτινοθεραπευτική ακτινοθεραπευτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακτινοθεραπευτικοί ακτινοθεραπευτικές ακτινοθεραπευτικά
γενική ακτινοθεραπευτικών ακτινοθεραπευτικών ακτινοθεραπευτικών
αιτιατική ακτινοθεραπευτικούς ακτινοθεραπευτικές ακτινοθεραπευτικά
κλητική ακτινοθεραπευτικοί ακτινοθεραπευτικές ακτινοθεραπευτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακτινοθεραπευτικός < ακτινοθεραπευτική

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ακτινοθεραπευτικός, -ή, -ό

  1. (ιατρική) ο σχετιζόμενος με την ακτινοθεραπευτική

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]