Μετάβαση στο περιεχόμενο

ακτινοτεχνολογία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ακτινοτεχνολογία οι ακτινοτεχνολογίες
      γενική της ακτινοτεχνολογίας των ακτινοτεχνολογιών
    αιτιατική την ακτινοτεχνολογία τις ακτινοτεχνολογίες
     κλητική ακτινοτεχνολογία ακτινοτεχνολογίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ακτινοτεχνολογία < ακτινο- + τεχνολογία (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική radiotechnology[1])

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ακτινοτεχνολογία θηλυκό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ακτινοτεχνολογία - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)