ακτινοτεχνολογία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ακτινοτεχνολογία < ακτινο- + τεχνολογία (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική radiotechnology[1])
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ακτινοτεχνολογία θηλυκό
- (ιατρική, φυσική) κλάδος που συνδυάζει φυσικές αρχές και τεχνολογικά μέσα για τη χρήση ιοντιζουσών ακτινοβολιών στην ιατρική διάγνωση και θεραπεία, με έμφαση στην ακρίβεια, την ασφάλεια και τη βελτιστοποίηση της απεικόνισης ή της ακτινοθεραπείας
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ακτινοτεχνολογία
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ακτινοτεχνολογία - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα ακτινο- (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Φυσική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)