ακτουαλισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ακτουαλισμός οι ακτουαλισμοί
      γενική του ακτουαλισμού των ακτουαλισμών
    αιτιατική τον ακτουαλισμό τους ακτουαλισμούς
     κλητική ακτουαλισμέ ακτουαλισμοί
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακτουαλισμός < αγγλική actualism < λατινική actualis < actus < ago < πρωτοϊταλικά *agō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂éǵeti

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακτουαλισμός αρσενικό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]