ακυρολεξία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακυρολεξία < μεσαιωνική ελληνική < άκυρος + λέξις· Σούδα: αὐθέντης ... ἀντὶ τοῦ δεσπότης, ὅπερ ἔστιν ἀκυρολεξία.

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακυρολεξία θηλυκό