ακυρώσει

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

ακυρώσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ακυρώνω
  2. θα ακυρώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ακυρώνω
  3. να ακυρώσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακυρώνω