ακυτταρικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ακυτταρικός ακυτταρική ακυτταρικό
γενική ακυτταρικού ακυτταρικής ακυτταρικού
αιτιατική ακυτταρικό ακυτταρική ακυτταρικό
κλητική ακυτταρικέ ακυτταρική ακυτταρικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακυτταρικοί ακυτταρικές ακυτταρικά
γενική ακυτταρικών ακυτταρικών ακυτταρικών
αιτιατική ακυτταρικούς ακυτταρικές ακυτταρικά
κλητική ακυτταρικοί ακυτταρικές ακυτταρικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακυτταρικός < α- (στερητικό) + κυτταρικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ακυτταρικός αρσενικό, ακυτταρική θηλυκό, ακυτταρικό ουδέτερο

  1. (βιολογία): οποιοσδήποτε έμβιος οργανισμός που το σώμα του δεν αποτελείται από κύτταρα.

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • οι ακυτταρικοί οργανισμοί αποτελούν ειδική κατηγορία με πολύπλοκη δομή, χωρισμένοι σε ειδικά τμήματα και οργανίδια. Συνηθέστερα περιγράφονται ως μονοκύτταροι οργανισμοί που όμως δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]