ακόρεστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ακόρεστος ακόρεστη ακόρεστο
γενική ακόρεστου ακόρεστης ακόρεστου
αιτιατική ακόρεστο ακόρεστη ακόρεστο
κλητική ακόρεστε ακόρεστη ακόρεστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακόρεστοι ακόρεστες ακόρεστα
γενική ακόρεστων ακόρεστων ακόρεστων
αιτιατική ακόρεστους ακόρεστες ακόρεστα
κλητική ακόρεστοι ακόρεστες ακόρεστα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακόρεστος < αρχαία ελληνική ἀκόρεστος

Επίθετο[επεξεργασία]

ακόρεστος, -η, -ο

  1. αυτός που δεν χορταίνει ή δεν μπορεί να χορτάσει, αυτός που δεν ικανοποιείται εύκολα, αχόρταγος, αχόρταστος, αδηφάγος
  2. (χημεία) ακόρεστη ένωση: είναι η ένωση της οποίας οι άνθρακες συνδέονται με διπλούς ή και τριπλούς ομοιοπολικούς δεσμούς


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αντώνυμο: Κορεσμένος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]