αλά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : α λα, αλλά, άλλα, άλα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλά <
  1. ιταλική alla < ala
  2. γαλλική à la

Open book 01.svg Μόριο[επεξεργασία]

αλά και α λα

  1. μόριο που προτίθεται, συνήθως, σε επιρρήματα και χρησιμοποιείται για να εκφράσει την έννοια "όπως" ή "με τον τρόπο"
    αλά φράγκα δηλαδή όπως στη Γαλλία ή με γαλλικό τρόπο κλπ.

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • στο γραπτό λόγο συνηθίζεται να διαφοροποιείται το αλά από το α λα και να χρησιμοποιείται το μονολεκτικό κυρίως για τρόπο μαγειρέματος ενώ το δεύτερο για τα υπόλοιπα
  • μπορεί και να ακολουθεί επωνυμία στην ονομαστική: αλά ΠΑΣΟΚ, αλά Παύλος κλπ

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]