αλάνι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλάνι αλάνια
γενική αλανιού αλανιών
αιτιατική αλάνι αλάνια
κλητική αλάνι αλάνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλάνι < τουρκική alan + < παλαιοτουρκικά alaŋ < πρωτοτουρκική *ala-n / *ala-ŋ < αραβική عَلَن ("δημόσιος").

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλάνι ουδέτερο

  1. (παρωχημένο) ανοιχτός χώρος σε αστικό περιβάλλον
  2. παιδί του δρόμου, που τριγυρίζει
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αγυιόπαιδο, αλητάκος, αλητάμπουρας, αλητόπαιδο, μαγκάκι, χαμίνι
  3. άνθρωπος της παρανομίας, του υποκόσμου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]