αλάνικος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αλάνικος αλάνικη αλάνικο
γενική αλάνικου αλάνικης αλάνικου
αιτιατική αλάνικο αλάνικη αλάνικο
κλητική αλάνικε αλάνικη αλάνικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αλάνικοι αλάνικες αλάνικα
γενική αλάνικων αλάνικων αλάνικων
αιτιατική αλάνικους αλάνικες αλάνικα
κλητική αλάνικοι αλάνικες αλάνικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλάνικος < αλάνι/αλάνης + -ικος < τουρκική alan

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αλάνικος, -η, -ο (επίρρημα: αλάνικα)

  • που έχει σχέση, ταίριάζει ή αναφέρεται στον αλάνη ή στο αλάνι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]