Μετάβαση στο περιεχόμενο

αλάτσι

Από Βικιλεξικό

Κρητικά (el-crt)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αλάτσι < αλάτι με παρουσία ενός σίγμα πιθανώς εκ του αρχαίου ἅλας

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αλάτσι ουδέτερο

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  • Μιχάλης Κασσωτάκης, Το γλωσσικό ιδίωμα των κατοίκων του οροπεδίου Λασιθίου, Αθήνα, Έκδοση του Συνδέσμου Λασιθιωτών Ηρακλείου «ΤΟ ΟΡΟΠΕΔΙΟ», (αρχική έκδοση 2018), 2021 pdf σελ.131