αλί
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αλί < μεσαιωνική ελληνική ἀλί για το οποίο έχουν προταθεί δύο ετυμολογήσεις:
- ότι έχει αποσπαστεί από το ἀλίμονο
- ἀ- + μεσαιωνική ελληνική ἠλί < εβραϊκά אל (θεός) (από τη βιβλική φράση ἠλί ἠλί λεμά σαβαχθανί, Ευαγγέλιον Κατά Ματθαίον, κζ´, 46) (Νικόλαος Πολίτης, Byzantinische Zeitschrift, 1898 τομ. VII, σελ. 158[1])
Επιφώνημα
[επεξεργασία]αλί
- αλίμονο
αλί και τρισαλί!- ※ Αλί από τον γαμημένον και τον δαρμένον (παροιμία από τη συλλογή του Νικολάου Πολίτη, 1899[1])
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αλί
|
→ δείτε τη λέξη αλίμονο |