αλαζονικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική αλαζονικός αλαζονική αλαζονικό
γενική αλαζονικού αλαζονικής αλαζονικού
αιτιατική αλαζονικό αλαζονική αλαζονικό
κλητική αλαζονικέ αλαζονική αλαζονικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αλαζονικοί αλαζονικές αλαζονικά
γενική αλαζονικών αλαζονικών αλαζονικών
αιτιατική αλαζονικούς αλαζονικές αλαζονικά
κλητική αλαζονικοί αλαζονικές αλαζονικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλαζονικός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αλαζονικός

  1. που χαρακτηρίζει ή ταιριάζει με τον αλαζόνα, αυτόν που αντιμετωπίζει τον κόσμο με υπερβολική περηφάνια για τον εαυτό του και περιφρόνηση για άλλους, που τους θεωρεί κατώτερους
    Ο τηλεοπτικός δρ Χάουζ είναι προκλητικός, κυνικός, με δύσκολο, απότομο χαρακτήρα, συχνά αλαζονικός και πάντα ευφυέστατος. (Τα Νέα, Ο καταθλιπτικός δρ Χάουζ, 18 Φεβρουαρίου 2009)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]