αλανίνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλανίνη αλανίνες
γενική αλανίνης αλανινών
αιτιατική αλανίνη αλανίνες
κλητική αλανίνη αλανίνες
Συντακτικός τύπος αλανίνης.

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλανίνη < γερμανική Alanin < ανώμαλος τύπος του Aldehyd (αλδεΰδη)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλανίνη θηλυκό

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]