αλανιάρισσα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλανιάρισσα αλανιάρισσες
γενική αλανιάρισσας
αιτιατική αλανιάρισσα αλανιάρισσες
κλητική αλανιάρισσα αλανιάρισσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλανιάρισσα < αλανιάρης + κατάληξη θηλυκού -ισσα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλανιάρισσα θηλυκό (& αλανιάρα)

  1. δείτε τη λέξη: αλανιάρης

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]