αλατούχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλατούχος < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

αλατούχος

  1. που περιέχει αλάτι


Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]