αλαφροΐσκιωτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αλαφροΐσκιωτος αλαφροΐσκιωτη αλαφροΐσκιωτο
γενική αλαφροΐσκιωτου αλαφροΐσκιωτης αλαφροΐσκιωτου
αιτιατική αλαφροΐσκιωτο αλαφροΐσκιωτη αλαφροΐσκιωτο
κλητική αλαφροΐσκιωτε αλαφροΐσκιωτη αλαφροΐσκιωτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αλαφροΐσκιωτοι αλαφροΐσκιωτες αλαφροΐσκιωτα
γενική αλαφροΐσκιωτων αλαφροΐσκιωτων αλαφροΐσκιωτων
αιτιατική αλαφροΐσκιωτους αλαφροΐσκιωτες αλαφροΐσκιωτα
κλητική αλαφροΐσκιωτοι αλαφροΐσκιωτες αλαφροΐσκιωτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλαφροΐσκιωτος < αλαφρός + -ο- + ίσκιος + -ωτος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αλαφροΐσκιωτος

  1. αυτός που μπορεί να βλέπει ξωτικά, νεράιδες, φαντάσματα
  2. αυτός που έχει ελαφρό ύπνο
    ξυπνά πολύ εύκολα, είναι αλαφροΐσκιωτος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]