αλαφρωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αλαφρωμένος αλαφρωμένη αλαφρωμένο
γενική αλαφρωμένου αλαφρωμένης αλαφρωμένου
αιτιατική αλαφρωμένο αλαφρωμένη αλαφρωμένο
κλητική αλαφρωμένε αλαφρωμένη αλαφρωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αλαφρωμένοι αλαφρωμένες αλαφρωμένα
γενική αλαφρωμένων αλαφρωμένων αλαφρωμένων
αιτιατική αλαφρωμένους αλαφρωμένες αλαφρωμένα
κλητική αλαφρωμένοι αλαφρωμένες αλαφρωμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλαφρωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αλαφρώνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αλαφρωμένος, -η, -ο

  1. του οποίου το βάρος έχει ελαττωθεί
  2. (μεταφορικά) που έχει ανακουφιστεί

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]