αλείφομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλείφομαι < παθητική φωνή του ρήματος αλείφω

Ρήμα[επεξεργασία]

αλείφομαι

  1. παθητικό του αλείφω

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]