Μετάβαση στο περιεχόμενο

αλεξίκακος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αλεξίκακος η αλεξίκακη το αλεξίκακο
      γενική του αλεξίκακου της αλεξίκακης του αλεξίκακου
    αιτιατική τον αλεξίκακο την αλεξίκακη το αλεξίκακο
     κλητική αλεξίκακε αλεξίκακη αλεξίκακο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αλεξίκακοι οι αλεξίκακες τα αλεξίκακα
      γενική των αλεξίκακων των αλεξίκακων των αλεξίκακων
    αιτιατική τους αλεξίκακους τις αλεξίκακες τα αλεξίκακα
     κλητική αλεξίκακοι αλεξίκακες αλεξίκακα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αλεξίκακος < αρχαία ελληνική ἀλεξικακος[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.leˈksi.ka.kos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αλεξίκακος

Επίθετο

[επεξεργασία]

αλεξίκακος, -η, -ο

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. αλεξίκακος -  Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας