αλεξίπυρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αλεξίπυρος αλεξίπυρη αλεξίπυρο
γενική αλεξίπυρου αλεξίπυρης αλεξίπυρου
αιτιατική αλεξίπυρο αλεξίπυρη αλεξίπυρο
κλητική αλεξίπυρε αλεξίπυρη αλεξίπυρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αλεξίπυροι αλεξίπυρες αλεξίπυρα
γενική αλεξίπυρων αλεξίπυρων αλεξίπυρων
αιτιατική αλεξίπυρους αλεξίπυρες αλεξίπυρα
κλητική αλεξίπυροι αλεξίπυρες αλεξίπυρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλεξίπυρος < αλεξι- + πυρ + -ος ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική pare-feu)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αλεξίπυρος

  1. (λόγιο) που είναι ανθεκτικός στη φωτιά ή μας προστατεύει απ’ αυτή
  2. (ουσιαστικοποιημένο) αλεξίπυρο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]