αλεποπορδή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αλεποπορδή οι αλεποπορδές
      γενική της αλεποπορδής των αλεποπορδών
    αιτιατική την αλεποπορδή τις αλεποπορδές
     κλητική αλεποπορδή αλεποπορδές
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλεποπορδή < → δείτε τις λέξεις: αλεπού και πορδή

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.lɛ.pɔ.pɔɾ.ˈði/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλεποπορδή θηλυκό
  1. είδος φαγώσιμου μανιταριού


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]