αλευρικό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλευρικό αλευρικά
γενική αλευρικού αλευρικών
αιτιατική αλευρικό αλευρικά
κλητική αλευρικό αλευρικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλευρικό < αλεύρι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλευρικό ουδέτερο

  1. δοχείο κουζίνας που τοποθετείται αλεύρι (όπως π.χ. λαδικό)
  2. το αλευροκόσκινο (σε κάποιες περιπτώσεις χρήσης)
  3. ιδιαίτερο κελί μοναστηριού που χρησιμοποιείται ως αλευραποθήκη
  4. (ιδιωματικό) η παρακαταθήκη αλεύρων ενός σπιτιού
  5. (γαστρονομία): ζεστό ρόφημα με γάλα και αλεύρι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα: αλευρόγαλο. αλευρόγαλη, αλευρογαλιά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]