αλευρομάλεζον
Εμφάνιση
Ποντιακά (pnt)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αλευρομάλεζον < μεσαιωνική ελληνική ἀλεύρι + μάλεζον < αρχαία ελληνική ἄλευρον
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αλευρομάλεζον ουδέτερο
- (γαστρονομία) παραδοσιακό και χυλώδες, ποντιακό έδεσμα-γεύμα.
- αλευρόσουπα[1]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Ποντιακόν Λεχτικόν, https://pnt.wikipedia.org/wiki/Βικιπαίδεια:Λεχτικόν