αλευροχαρμανιέρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αλευροχαρμανιέρα οι αλευροχαρμανιέρες
      γενική της αλευροχαρμανιέρας
    αιτιατική την αλευροχαρμανιέρα τις αλευροχαρμανιέρες
     κλητική αλευροχαρμανιέρα αλευροχαρμανιέρες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλευροχαρμανιέρα < αλεύρι + χαρμανιέρα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλευροχαρμανιέρα θηλυκό

  1. μηχανή αλευροποιίας που παρασκευάζει αλευροχαρμάνι από διάφορους τύπους αλεύρων, κάθετης, οριζόντιας ή κλιμακωτής διάταξης

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]