αλευρωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αλευρωμένος αλευρωμένη αλευρωμένο
γενική αλευρωμένου αλευρωμένης αλευρωμένου
αιτιατική αλευρωμένο αλευρωμένη αλευρωμένο
κλητική αλευρωμένε αλευρωμένη αλευρωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αλευρωμένοι αλευρωμένες αλευρωμένα
γενική αλευρωμένων αλευρωμένων αλευρωμένων
αιτιατική αλευρωμένους αλευρωμένες αλευρωμένα
κλητική αλευρωμένοι αλευρωμένες αλευρωμένα

.

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλευρωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αλευρώνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αλευρωμένος αρσενικό, αλευρωμένη θηλυκό, αλευρομένο ουδέτερο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]